Παρασκευή, Μαΐου 7

Είχα φτάσει στον πάτο. Αυτά που λένε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο είναι μαλακίες. Μετά από ένα μήνα στο δρόμο και τριάντα νύχτες σε γωνίες και παγκάκια, είχα φτάσει στο τέλος του κατήφορου όπου το τέλμα νοίκιαζε δωμάτια σε τιμές ευκαιρίας. Εγώ δεν είχα φράγκο, και έτσι δεν έμεινα στο τέλμα ούτε ένα βράδυ. Μετά από λίγες ημέρες, άρχισα να διαπιστώνω με έκπληξη ότι ένιωθα όλο και καλύτερα. Είχα ξεκινήσει προσπαθώντας να ξεχάσω και τώρα σχεδόν τα είχα καταφέρει. Δυσκολευόμουν να θυμηθώ τι ήθελα να ξεχάσω. Χωρίς δόσεις να χορεύουν πάνω από το κεφάλι μου και να ξελογιάζουν τα χρήματα μέσα στο πορτοφόλι μου, χωρίς απλήρωτους λογαριασμούς, χωρίς «σε θέλει ο κύριος διευθυντής» και γενικά χωρίς όλα αυτά τα μικρά καθημερινά άγχη (που μόνα τους δεν πιάνουν μία, αλλά όταν συνασπίζονται σού τρώνε τα σωθικά, αργά αλλά σταθερά κάθε μέρα), ένιωθα καινούργιος άνθρωπος.

Ένα μεσημέρι έπιασε μία βρόχα τρελή στο κέντρο και εγώ στεκόμουνα στη στοά του Ειρηνοδικείου και έβλεπα να περνάνε δίπλα μου γραβάτες και γόβες, νέοι με γέρικες ψυχές, δερμάτινες τσάντες καρφωμένες για πάντα στους ώμους των ιδιοκτητών τους, βιαστικοί και βρεγμένοι άνθρωποι, όλοι να χώνονται στον υπόγειο για να γυρίσουν «σπιτάκι» τους. Το σκηνικό συμπληρώνανε μικροπωλητές, που προσπαθούσαν μάταια να σκεπάσουν την πραμάτεια τους και έβριζαν τους πάντες, και αλλοδαποί ομπρελοπώλες, που μάλλον κάποιος τους είχε σπείρει από το καλοκαίρι και φύτρωσαν τώρα ξαφνικά, με την πρώτη βροχή.

Όταν τελείωσε η βροχή, ήταν σαν να τους είχε ξεπλύνει όλους αυτούς και, όταν βγήκε ο ήλιος, προς το απόγευμα, ήταν ο πιο γλυκός ήλιος που είχα δει ποτέ. Στάθηκα στη μέση της πλατείας. Ξαφνικά ο ήχος χάθηκε από τα αυτιά μου. Έκλεισα τα μάτια και, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, πήρα μια βαθιά, χορταστική ανάσα και ένιωσα ότι με την εκπνοή μου έβγαλα από μέσα μου για πάντα όλη την ασχήμια του κόσμου. Ναι, η αιμορραγία είχε σταματήσει και η ψυχική μου σερβιέτα θα ήταν πλέον καθαρή κάθε μέρα- όλη μέρα.

Δεν είχα απολύτως τίποτα και απολύτως τίποτα δεν μου έλειπε.

Είχε μόλις τελειώσει το σχολείο και εγώ κολυμπούσα γυμνός στη θάλασσα, περιμένοντας να έρθουν οι φίλοι μου από την Αθήνα για διακοπές και κάνοντας σχέδια για το πώς θα τους εντυπωσιάσω με τα κόλπα που είχα μάθει όλη αυτή την χρονιά και πώς θα κάνω όλα τα κορίτσια να με ερωτευτούν, πράγμα που βέβαια δεν συνέβαινε ποτέ, αλλά έδινε ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στον σχεδιασμό της επόμενης χρονιάς.

Με άλλα λόγια, είχα γεννηθεί ξανά.

Και πώς θα αξιοποιούσα αυτή τη δεύτερη ευκαιρία;

Κάνοντας αυτό που δεν θα τολμούσα με τίποτα να κάνω πριν από μερικούς μήνες: Επανάσταση!!!

(Εγώ τους είπα να γίνει εδώ το διάλειμμα, για να είναι και πιο εφετζίδικο, αλλά δεν με άκουγαν)

Στα παγκάκια, στις στοές και στις πλατείες του κέντρου, βρήκα το υλικό που χρειαζόμουν. Ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα να χάσουν και άρα διατεθειμένους να κάνουν τα πάντα. Ήταν θλιβερό όταν το συνειδητοποίησα, αλλά φοβάμαι ότι δεν ξεφεύγεις από την αλήθεια, όσο και να θες. Η επανάσταση χρειάζεται απελπισμένους ανθρώπους. Όταν μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε 25 διαφορετικές μάρκες σαμπουάν, σημαίνει ότι υπάρχουν χορτάτοι και λιγότερο χορτάτοι, που φωνάζουν μόνο και μόνο επειδή δεν είναι στη θέση των πρώτων.

Και μια μειοψηφία απελπισμένων που τους ξέρασε το σύστημα. Αυτοί θα ήταν ο στρατός μου!

Ντριμπλάροντας με δυσκολία πρεζόνια και πρεζέμπορους, συγκέντρωσα καμία δεκαριά άτομα και τους εξήγησα το σχέδιο.

Το επόμενο βράδυ, μία αδίστακτη συμμορία περιθωριακών εισέβαλε σε όσο περισσότερα (τόσο το καλύτερο) σπίτια μπορούσε και αφαίρεσε όλα τα τηλεκοντρόλ. Τηλεοράσεις, ηχοσυστήματα, κλιματιστικά, μέσα σε μια νύχτα έμειναν ορφανά από τηλεχειρισμό, και το άλλο πρωί οι ιδιοκτήτες τους δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι στο διάολο είχε συμβεί και ψάχνονταν συνέχεια μήπως τους λείπει και τίποτα άλλο.

Σε δυο-τρεις περιπτώσεις, κάποιοι πεινασμένοι σύντροφοι δεν κρατήθηκαν και άνοιξαν τα ψυγεία των σπιτιών όπου είχαν εισβάλει, για να απαλλοτριώσουν καμιά φτερούγα κοτόπουλο ή λίγες μπουκιές τορτελίνια, με τέσσερα, ίσως και περισσότερα, τυριά.

Έτσι, μέσα σε μία εβδομάδα, η ΕΑΤ-ΕΣΑ (Επιχείρηση Αφαίρεσης Τηλεχειριστηρίων – Έλεος Σημαίνει Αποτυχία) είχε αφαιρέσει και συγκεντρώσει στη γιάφκα της περί τα χίλια τηλεκοντρόλ. Ήταν μόνο η αρχή. Οι συνέπειες δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους.

Τα κλιματιστικά σίγησαν και ο κόσμος άρχισε και πάλι να ιδρώνει, όπως τον παλιό καλό καιρό. Οι λίγοι που ήξεραν πώς να ανοίξουν την τηλεόραση χωρίς κοντρόλ, απλά άφηναν ένα κανάλι να παίζει όλη τη μέρα. Το ζάπινγκ, αργά αλλά σταθερά, άρχισε να πεθαίνει, συμπαρασύροντας στον γκρεμό τα τηλεοπτικά προγράμματα, τις διαφημίσεις, τα τηλεπαιχνίδια και όλα τα παράσιτά τους.

Φυσικά, ο αντίπαλος άρχισε να οργανώνει την άμυνά του. Τηλεκοντρόλ συμβατά με όλες τις τηλεοράσεις άρχισαν να πωλούνται σωρηδόν και, όταν η ζήτηση άρχισε να υπερκαλύπτει την παραγωγή, άρχισαν να πωλούνται στη μαύρη. Εννοείται βέβαια ότι αυτό δεν ήταν ικανό να μας σταματήσει. Η ομάδα αριθμούσε πλέον αρκετά μέλη, ήταν άριστα οργανωμένη και δικτυωμένη και έτοιμη να ξεπεράσει τέτοιου είδους εμπόδια.

Τα τηλεκοντρόλ συνέχισαν να εξαφανίζονται με ταχείς ρυθμούς από τα σπίτια και να γεμίζουν τις μυστικές μας αποθήκες, που σιγά-σιγά μεγάλωναν σε αριθμό και τετραγωνικά.

Έτσι, λίγους μήνες αργότερα, το ζάπινγκ ήταν κλινικά νεκρό και κρατιόταν στη ζωή μόνο χάρη σε κάποιους βαριά άρρωστους που κάθονταν δίπλα στις τηλεοράσεις με τις ώρες και άλλαζαν μηχανικά τα κανάλια μάνιουagli. Αλλά και αυτοί θα τα παρατούσαν, αργά ή γρήγορα.

Είχε έρθει η ώρα για το δεύτερο σκέλος της επιχείρησης.

Με τα πενιχρά μας εισοδήματα, που προέρχονταν από παράνομο Emporio Armani (ενσωματωμένη διαφήμιση – τι να κάνω, κάπως πρέπει να βγάλω κι εγώ τα έξοδά μου) είχαμε νοικιάσει καμιά εικοσαριά ανατρεπόμενα φορτηγά. Τη συμφωνημένη ώρα, γεμίσαμε τις καρότσες με τα εκατομμύρια τηλεκοντρόλ που είχαμε συλλέξει και ξεκινήσαμε. Μία ώρα αργότερα, οι καρότσες άδειαζαν το περιεχόμενό τους στους προεπιλεγμένους στόχους,. Τράπεζες, Χρηματιστήριο, Βουλή, Δικαστήρια, Μητρόπολη, γέμισαν ξαφνικά με χιλιάδες ορφανά τηλεχειριστήρια, και ένα αλαφιασμένο πλήθος, με τον πόνο της απώλειας ζωγραφισμένο στα μάτια του, όρμησε προσπαθώντας να αναγνωρίσει το δικό του ανάμεσα στα άλλα.

Ο όχλος, στη μανία του, λεηλάτησε τα κτίρια, κατέστρεψε τράπεζες δεδομένων, βεβήλωσε εικόνες και εξαφάνισε αρχεία με καταδικαστικές αποφάσεις. Το σύστημα δεχόταν χτύπημα στα θεμέλιά του. Ή τώρα ή ποτέ, να ξεπλύνουμε τη βρόμα, σύντροφοι!!!

Ήρθε το τέλος σας, ρεεεεεεε….

Παύση

(Η οχλαγωγία σιγά-σιγά καταλαγιάζει και η τάξη και η ηρεμία ακούγονται από μακριά να πλησιάζουν απειλητικά, σαν σκυλάδικο τραγούδι σε κασετόφωνο κάμπριο αυτοκινήτου που έρχεται να παρκάρει για πάντα κάτω από τη ζωή σου.)

Ο θείος-Σαμ –όπως τότε, έτσι και τώρα- ανησύχησε για τα ανίψια του και έσπευσε να «βοηθήσει».

Τεράστια κοντέινερ με τηλεοράσεις που λειτουργούσαν με φωνητικές εντολές, χωρίς χρείαν τηλεκοντρόλεος, κατέφθασαν την επόμενη κιόλας μέρα και άρχισαν να μοιράζονται αφειδώς στον κόσμο, με αντάλλαγμα την υποτέλειά του για τα επόμενα 117 χρόνια. Το κίνημά μας κηρύχθηκε παράνομο και εμείς κυνηγηθήκαμε ανηλεώς. Μερικοί μικροί πυρήνες αντίστασης συνέχισαν τη δράση, αλλά όσο ο κόσμος ξαναέβρισκε σιγά-σιγά το αγαπημένο του καταπραϋντικό, η επανάσταση άρχισε να μετρά αντίστροφα.

Εγώ προσωπικά κατηγορήθηκα από τους πρώην συντρόφους μου ως προδότης και στάλθηκα εξορία. Οι διάδοχοί μου απαρνήθηκαν το παρελθόν, κράτησαν μόνο τις ταμπέλες και το γύρισαν σε πολιτικό κόμμα, το οποίο αναγνώρισε και η Βουλή, και τώρα τα στελέχη του σηκώνουν τα ποτήρια τους στις δεξιώσεις του προέδρου της Δημοπρασίας και πίνουν «στην υγειά των συντρόφων που δεν είναι πια εδώ»… Οι αχρείοι!...

Μερικές φορές σκέφτομαι αν άξιζε τον κόπο όλη αυτή η ιστορία.

Κάθομαι και κοιτάω παλιές φωτογραφίες, ακούω παλιά τραγούδια και με πιάνει ένας κόμπος στο λαιμό, σαν να γύρισα μετά από χρόνια στο πατρικό μου σπίτι και βρήκα στη θέση του πολυώροφη οικοδομή στα σκαριά.

«Μαλάκες εργολάβοι», ψιθυρίζω μόνος μου και εννοώ πολλά διαφορετικά πράγματα μαζί.

Βγαίνω έξω στον δρόμο. Έχει βρέξει και το χώμα μυρίζει χίλιες δυο λέξεις.

Πρέπει να συμμαζέψω λίγο τις αναμνήσεις μου για να κάνω χώρο για καινούρια σχέδια…ο καιρός περνάει…

«Άντε ρε κωλόγερε!» λέω στον εαυτό μου. Γυρνάει, με κοιτάει δήθεν πειραγμένος, μετά σκάμε και οι δύο στα γέλια, παίρνουμε τις μνήμες και τα όνειρά μας και κατηφορίζουμε προς τη θάλασσα.

Θα ψάξουμε για πλακουτσωτές πέτρες και μετά θα κάνουμε διαγωνισμό ποιος θα κάνει τα περισσότερα γκελ στο νερό, μέχρι να νυχτώσει.

Σήμερα είμαι σε φόρμα. Θα με νικήσω σίγουρα, δεν έχω καμία ελπίδα…

Κωστακης. Αναν.